Ο ανυπότακτος Άρης Αλεξάνδρου


Στον Ζήση Σαρίκα


Θεωρώ τον Άρη Αλεξάνδρου τον σημαντικότερο έλληνα πεζογράφο μεταπολεμικά, κι ας έγραψε ένα και μοναδικό (και με τις δύο σημασίες της λέξης) μυθιστόρημα: «Το κιβώτιο». Θεωρώ, επίσης, τον Άρη Αλεξάνδρου έναν από τους πολύ σημαντικούς μεταπολεμικούς μας ποιητές κι ας έγραψε μοναχά τρεις ποιητικές συλλογές. Θεωρώ, τέλος, τον Άρη Αλεξάνδρου έναν από τους καλύτερους μεταφραστές που πέρασαν από αυτή τη χώρα, χάρη στον οποίο όλοι εμείς που δεν γνωρίζουμε ρωσικά είχαμε την ευκαιρία να διαβάσουμε τον Ντοστογιέφσκι και όχι μόνο.
Στο δικό μου σύστημα αξιών, θα αρκούσε ένα μόνο από τα τρία παραπάνω για να θεωρώ τον Άρη Αλεξάνδρου «δικό» μου· μέρος του κόσμου μου· πανταχού παρόντα συνομιλητή· έναν από τους φωτεινούς οδοδείκτες, δίχως την ύπαρξη των οποίων η ζωή μας δεν έχει κανένα απολύτως νόημα.
Όμως και τίποτα από όλα αυτά να μην είχε κάνει, πάλι θα ίσχυαν στο ακέραιο τα όσα έγραψα προηγουμένως για πολλούς άλλους λόγους. Θα ίσχυαν, επειδή στα μάτια μου αντιπροσωπεύει την απόλυτη προσωπική αξιοπρέπεια («Και προ παντός μη στέρξεις να περικοπεί έστω και μια καμπύλη απ’ τα δακτυλικά σου αποτυπώματα»)· επειδή αντιπροσωπεύει την απόλυτη πνευματική ανεξαρτησία («Δεσμώτης τίδε ίσταμαι τις ένδον ρήμασι πειθόμενος»)· επειδή δεν υποτάχτηκε ποτέ στον δολοφονικό παραλογισμό καμιάς ιδεολογίας, κανενός Κόμματος, κανενός κοπαδιού «πιστών» και αυτή του την άρνηση την πλήρωσε με απομόνωση και συκοφαντίες («Για την ομάδα ήμουν ύποπτος πάντα σαν την αλήθεια»)· επειδή είχε πάρει την ατσάλινη απόφαση να μην λάβει μέρος στον ανθρωποκτόνο παραλογισμό, όποιες κι αν ήταν οι συνέπειες («Ό,τι και να γίνει δεν θα ρίξω»)· επειδή υπήρξε απολύτως μόνος («Είμαι προδότης για τη Σπάρτη και για τους είλωτες σπαρτιάτης»)· επειδή ήτανε τα 3Α («Άπατρις, Άθεος και Αναρχικός»)· επειδή δεν υπήρξε ποτέ αχθοφόρος βεβαιοτήτων («Ωχ αδερφέ! Για υποψίες θα χωλοσκάμε τώρα;»)· επειδή μέσα στην κόλαση της εποχής και της ζωής του παρέμεινε ανθρώπινος και τρυφερός («Όλο μιλάω για γραμμές, επίπεδα και πέτρες/για να μην τύχει και προσέξεις πόσο διστάζω να σε αγγίξω»)· επειδή… επειδή… επειδή…
Αν μου ζητούσε κάποιος να συνοψίσω με δυο λόγια όλα αυτά που σημαίνει για μένα ο Άρης Αλεξάνδρου, χωρίς να τον κουράσω με παραπομπές σε βιβλία και στίχους, θα διάλεγα το εξής περιστατικό (παρμένο απ’ το εξαιρετικό βιβλίο του Δ. Ραυτόπουλου «Άρης Αλεξάνδρου ο εξόριστος», εκδ. Σοκόλη): Όταν βρισκόταν ο Αλεξάνδρου στο Παρίσι, ανάμεσα στις πολλές δουλειές του ποδαριού που έκανε για να επιβιώσει, δούλευε για κάποιο διάστημα και ως χαμάλης σε ένα μεγάλο εμπορικό κατάστημα. Όταν ο διευθυντής του καταστήματος έμαθε ποιος είναι ο Αλεξάνδρου, του πρότεινε να πάει σε άλλη, ευκολότερη, θέση, με καλύτερο μισθό. Του πρότεινε να γίνει κάτι σαν επιστάτης, γιατί δεν ήταν σωστό ένας πνευματικός άνθρωπος να δουλεύει ως χαμάλης. Ο Αλεξάνδρου αρνήθηκε ευγενικά, γιατί η προτεινόμενη θέση απαιτούσε από αυτόν να φορά στολή… Ετούτη η άρνηση να φορέσει κανείς στολή -οποιαδήποτε στολή- είναι ένα απ’ τα λίγα πράγματα που στα δικά μου μάτια αξίζει να διεκδικήσει κανείς για τον εαυτό του, και αναμφίβολα το πιο σημαντικό.
Καλό είναι, λοιπόν, που και που, μέσα στις υπνωτικές αναθυμιάσεις της τηλεοπτικής μας ζούγκλας, να θυμόμαστε ότι εκτός από τους «κοπανατζήδες», τους «λουφαδόρους», τους «μπούληδες», τα «βουτυρόπαιδα του μπαμπά», τα «κακομαθημένα πλουσιόπαιδα» και τους κάθε είδους «προνομιούχους» (όλοι οι χαρακτηρισμοί απ’ το θαυμαστό λεξιλόγιο των ΜΜΕ) υπάρχουν και κάποιοι άνθρωποι που αρνούνται να φορέσουν στολή για λόγους παραπλήσιους με αυτούς του Άρη Αλεξάνδρου.
Και συχνά το πληρώνουν ακριβά.

Κώστας Δεσποινιάδης
Πρώτη δημοσίευση, 19-1-2007